Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν. Και όλοι μας -μικροί και μεγάλοι- προσδοκούμε ανυπόμονα το χαρμόσυνο μήνυμα του χριστουγεννιάτικου άστρου. Στις δύσκολες στιγμές που ζει όλη η ανθρωπότητα σήμερα, νιώθουμε όσο ποτέ την ανάγκη να φωτίσουμε το μέλλον με ελπίδα και αισιοδοξία. Και άγγελοι των ελπιδοφόρων μηνυμάτων είναι ανέκαθεν τα παιδιά.
Τα παιδιά του ΓΕ.Λ. Ευπαλίου έχουν από μέρες στολίσει το χριστουγεννιάτικο δέντρο στην αίθουσά τους. Σήμερα στόλισαν και μια «ειρεσιώνη», αναβιώνοντας το αρχαίο ελληνικό έθιμο των ημερών. Στόλισαν ένα κλαδί ελιάς με καρπούς, λάδι, μέλι και κρασί, πολύχρωμα μαλλιά και λουλούδια. Το μάθημα σήμερα έγινε… αλλιώς! Με την «ειρεσιώνη» γνώρισαν την αρχαία ελληνική παράδοση και συνειδητοποίησαν τη δύναμη της εξέλιξης και επιβίωσης της παράδοσής μας στο πέρασμα των αιώνων. Παράλληλα, με αυτό το στολισμένο κλαδί ελιάς, δημιούργησαν το δικό τους πρωτότυπο χαρμόσυνο μήνυμα, προκειμένου να ευχηθούν -όπως οι πρόγονοί μας- υγεία και ευφορία στη μητέρα-φύση, στο σώμα και στις ψυχές των ανθρώπων. Ποιο ήταν το αρχαίο έθιμο της «ειρεσιώνης»;
Στα αρχαία ελληνικά χρόνια, ανάλογο με το χριστουγεννιάτικο δέντρο της σύγχρονης εποχής, υπήρχε το έθιμο της ειρεσιώνης, ενός στολισμένου κλαδιού ελιάς με φθινοπωρινούς καρπούς (εἶρος/ἔριον (=μαλλί), εξού και η ονομασία «ειρεσιώνη») που αφιερωνόταν στην Αθηνά, στον Απόλλωνα και στις Ώρες (Ευνομία, Δίκη και Ειρήνη) ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, αλλά και παράκλησης για τη γονιμότητα/την ευφορία της γης. “Παίδες αμφιθαλείς” (παιδιά που και οι δυο γονείς τους βρίσκονταν στη ζωή) γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν στους οικοδεσπότες ευχές και παινέματα. Τα παιδιά που κρατούσαν την ειρεσιώνη, το κλαδί ελιάς ή δάφνης που πάνω του στόλιζαν συνήθως καρπούς, ταινίες, κομμάτια/τούφες μαλλιού και κρεμούσαν μικρά μπουκάλια γεμάτα κρασί, μέλι και λάδι, τραγουδούσαν στίχους που παραπέμπουν σε νεοελληνικά κάλαντα.
Δῶμα προσετραπόμεσθ΄ ἀνδρὸς μέγα δυναμένοιο,
ὃς μέγα μὲν δύναται, μέγα δὲ βρέμει, ὄλβιος αἰεί.
Αὐταὶ ἀνακλίνεσθε θύραι. πλοῦτος γὰρ ἔσεισι
πολλός, σὺν πλούτῳ δὲ καὶ εὐφροσύνη τεθαλυῖα,
5 εἰρήνη τ᾽ ἀγαθή. ὅσα δ᾽ ἄγγεα, μεστὰ μὲν εἴη,
κυρβέη δ᾽ αἰεὶ κατὰ καρδόπου ἕρποι μᾶζα, 1
Μπαίνουμε μες στ᾽ αρχοντικὸ μεγάλου νοικοκύρη,
αντρειωμένου και βροντόφωνου και πάντα ευτυχισμένου.
Ανοίξτε, πόρτες, μόνες σας, πλούτος πολὺς να έμπῃ μέσα,
και με τον πλούτο συντροφιὰ χαρὰ μεγάλη κι ευτυχία
κι ολόγλυκη ειρήνη. Τ᾽ αγγεία του όλα γεμάτα να’ναι
και το ψωμὶ στη σκάφη να φουσκώνει πάντα και να ξεχειλίζει.

Στην Αθήνα, γιορτάζοντας τα Πυανέψια ή τα Θαργήλια ή τα Διονύσια, το μήνα Ποσειδεώνα (15 Δεκεμβρίου-15 Ιανουαρίου) κρεμούσαν την ειρεσιώνη στο ιερό του Απόλλωνα και στις εξώπορτες των σπιτιών για ένα χρόνο, ενώ στη συνέχεια την έκαιγαν στην τελεστική φωτιά (κάτι που παραπέμπει στα στεφάνια της Πρωτομαγιάς που τα καίμε στις φωτιές του Αη-Γιάννη).
Στα ρωμαϊκά χρόνια, τις καλένδες του Ιανουαρίου (την πρώτη μέρα του χρόνου) τις γιόρταζαν με δώρα και ευχές, ενώ οι αξιωματούχοι αναλάμβαναν υπηρεσίες. Από τις ρωμαϊκές καλένδες πήραν το όνομα τους τα κάλαντα που πήραν τη σημερινή τους μορφή από τα πρωτοχριστιανικά κιόλας χρόνια. Από τα Σατουρνάλια (Κρόνεια, 17 – 25 Δεκεμβρίου) προέρχεται και το έθιμο των χοιροσφαγίων. Οι γεωργοί θυσίαζαν χοίρους στον Κρόνο και τη Δήμητρα, για να γίνει εύφορη η γη τους. Μέχρι σήμερα στην ελληνική επαρχία το έθιμο αυτές τις μέρες είναι να τρώμε χοιρινό –και όχι γαλοπούλα…
Στο Βυζάντιο το Κράτος και η Εκκλησία αρχικά αντιμετώπιζαν το έθιμο ως ειδωλολατρικό, ωστόσο η δύναμη του εθίμου στο λαό διατήρησε την ειρεσιώνη, που έφτασε ως τους βόρειους λαούς της Ευρώπης από Έλληνες ταξιδευτές. Τη συνέχεια την ξέρετε… Αιώνες αργότερα εισάγεται στην Ελλάδα το γερμανικό έθιμο από τους Βαυαρούς. Το πρώτο χριστουγεννιάτικο έλατο (οι Βαυαροί δεν είχαν ελιές βλέπετε…) στολίστηκε στα ανάκτορα του Όθωνα το 1833. Από τη δεκαετία του 1950 και μετά σε όλα τα ελληνικά σπίτια στολίζεται ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Φαίνεται πως η ειρεσιώνη προσαρμόζεται στους καιρούς και επιβιώνει πάντα στην ιστορική μνήμη του λαού μας.
..…………………………………………………………………………………
- Το τραγούδι διασῴζουν ο συντάκτης τοῦ ψευδηροδοτείου Βίου τοῦ Ὁμήρου και η Σούμμα. Είναι δημοτικὸ της Σάμου, οπωσδήποτε αρχαιότερο του 500 π.Χ., (ίσως να φτάνει και μέχρι τον Ζ΄ π.Χ. αιώνα. Η γλώσσα του είναι η αυθεντικὴ αρχαϊκὴ ιωνικὴ της Σάμου και έχει δακτυλικὸ εξάμετρο, το μέτρο της επικής ποίησης.